Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Moνή Παναγίας Ελεούσης στο Παναχαικό όρος

Η Μονή Παναγίας Ελεούσας ή Μονή Αγίας Ελεούσης, όπως ονομάζεται επίσημα και είναι ευρύτερα γνωστή, είναι ορθόδοξη γυναικεία Μονή αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου.
Βρίσκεται σε υψόμετρο 610 μέτρων περίπου στις βορειοανατολικές υπώρειες του Παναχαϊκού, κοντά στις νότιες απολήξεις της Ζήριας, παραφυάδας του. Βρίσκεται πάνω στον νότιο δρόμο, που οδηγεί από τον Άγιο Βασίλειο Ρίου στις Καμάρες, ανάμεσα στα χωριά Πιτίτσα, Βοτένη και τους οικισμούς του Σαλμενίκου. Η πρόσβαση είναι πολύ εύκολη με αυτοκίνητο.Πρόκειται για σύγχρονο μοναστήρι, το οποίο ωστόσο είναι άγνωστο πότε δημιουργήθηκε αρχικά, ίσως τον 14ο αιώνα ή αργότερα.

Η αρχική θέση του μοναστηριού, το λεγόμενο "Παλαιομονάστηρο", βρισκόταν ακριβώς έξω από το χωριό της Πιτίτσας, εκεί όπου βρίσκεται το σπηλαιώδες ναΐδριο της Αναλήψεωςπου είχε την χρήση του αρχικού καθολικού (κυρίως ναού) της Μονής. Ωστόσο, το αρχικό μοναστήρι εγκαταλείφθηκε λόγω των δύσκολων συνθηκών του χειμώνα και μεταφέρθηκε στη σημερινή χαμηλότερη θέση. Στο "Παλαιομονάστηρο", όπου παλιότερα διακρίνονταν ερείπια κελιών καθώς και ο ερειπωμένος ναός του Αγίου Χαραλάμπους, σώζονται τοιχογραφίες, η μελέτη της τεχνοτροπίας των οποίων έχει καταλήξει ότι δημιουργήθηκαν πιθανόν στα τέλη του 17ου αιώνα ενώ διαπιστώνεται και ένα δεύτερο στρώμα τοιχογραφιών από τον 18ο αιώνα[].
Υπάρχουν απόψεις ότι πατριαρχικό σιγίλιο του 1741 αναφέρεται στο μοναστήρι ως μετόχι της Μονής Παναγίας Βλαχέρνας, παλιού μοναστηριού της Ηλείας που τότε υπαγόταν εκκλησιαστικώς στην τότε Μητρόπολη Παλαιών Πατρών. Σύμφωνα με παραδόσεις, στο "Παλαιομονάστηρο" είχαν βρει καταφύγιο γυναικόπαιδα κατά την περίοδο της Επαναστάσεως του 1821, τα οποία πρόδωσε ο Γκολφίνος Λουμπιστάνος προξενώντας το θάνατό τους. Στα 1834 είχε θεωρηθεί Μονή διαλυμένη. Σύμφωνα με επιγραφή το καθολικό της Μονής Αγίας Ελεούσας ανακαινίστηκε το 1854.
Μέχρι το 1930 λειτουργούσε ως ανδρώο μοναστήρι, κατόπιν διαλύθηκε και ανασκευάστηκε το 1947·Έκτοτε λειτουργεί ως γυναικείο μοναστήρι.                        








































  

    

Πληροφορίες απο:https://el.wikipedia.org/wiki
Φωτογραφία : Καραίσκος Τάσος

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Αντίρριο

Ο οικισμός είναι κτισμένος στο βόρειο όριο του στενού Ρίου - Αντίρριου πάνω στο ακρωτήρι του Αντιρρίου[3]. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Μολύκριον Ρίον από την αρχαία πόλη Μολύκρεια ή Μολυκρία που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση.
Μετά την οθωμανική κατάκτηση το Αντίρριο απέκτησε στρατηγική σημασία λόγω της ανέγερσης του ομώνυμου κάστρου και έγινε στόχος αρκετών πολεμικών επιχειρήσεων: συγκεκριμένα το 1603 κατελήφθη προσωρινά από τους Ιωαννίτες ιππότες ενώ τα επόμενα χρόνια το κάστρο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια των Βενετοτουρκικών πόλεμων για να επισκευαστεί από τους Βενετούς. Αργότερα πέρασε εκ νέου υπό οθωμανική κυριαρχία, στην οποία παρέμεινε σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης μέχρι το 1829, έτος κατά το οποίο απελευθερώθηκε[4]. Μερικά χρόνια αργότερα, κατά την απογραφή του 1844, ο οικισμός διέθετε μόλις 14 κατοίκους[5].

Στο Αντίρριο υπάρχει το ομώνυμο κάστρο που κτίστηκε από τους Οθωμανούς αρχικά κατά τα τέλη του 15ου αιώνα (επί Βαγιαζήτ Β΄) ως κάστρο της Ρούμελης[4][7]. Μάλιστα έλαβε, μαζί με το κάστρο του Ρίου που βρίσκεται στα γειτονικά πελοποννησιακά παράλια, την ανεπίσημη ονομασία Μικρά Δαρδανέλια[4][7]. Διατηρείται σε καλή κατάσταση[4] και στους χώρους του πραγματοποιούνται διάφορες εκδηλώσεις[7], κυρίως κατά τους θερινούς μήνες. Πάνω στο κάστρο βρίσκεται παραδοσιακός πέτρινος φάρος[8] ύψους 9 μέτρων, ο οποίος κτίστηκε το 1880.